Το Δράμα και το Θαύμα : σύντομο σχόλιο στην σχέση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορικής Ιδεολογίας με την γιορτή της Γεννήσεως του Χριστού


 

ΒαγγέληςΣταυρόπουλος  

 

Τότε συμβοσκηθήσεται λύκος μετὰ ἀρνῶν, καὶ πάρδαλις συναναπαύσεται ἐρίφῳ· καὶ μοσχάριον καὶ λέων καὶ ταῦρος ἅμα βοσκηθήσονται καὶ ἅμα τὰ παιδία αὐτῶν ἔσονται· καὶ λέων ὡς βοῦς φάγεται ἄχυρα. Καὶ παιδίον νήπιον ἐπὶ τρώγλην ἀσπίδων καὶ ἀπογεγαλακτισμένον ἐπὶ κοὶτης ἐκγόνων ἀσπίδων τὴν χεῖρα ἐπιβαλεῖ καὶ οὐ μὴ κακοποιήσουσιν.
       Ησαΐας, ΙΣΤ’, στ’- θ’.

 

Λέγεται, πως η γιορτή των Χριστουγέννων περί τα μέσα του δ’ αιώνος αντικατέστησε, στα πλαίσια της προπαγάνδας της αυτοκρατορικής πολιτικής ορθοδοξίας, τους πολυήμερους εορτασμούς των ρωμαϊκών Βρουμαλίων, που γι’ αποκορύφωμά τους είχαν την 25η Δεκεμβρίου, την μικρότερη σε διάρκεια μέρα του έτους, την dies brevissima. Ετούτη τη μέρα σύμφωνα με τη ρωμαϊκή παράδοση, το χειμερινό σκοτάδι υποτασσόταν στο κραταίωμα του Βασιλέως Ήλιου, ανοίγοντας τον κοσμικό ανοιξιάτικο κύκλο. Με την γιορτή της Dies Natalis Invicti Solis συνέπιπταν τα Σατουρνάλια, ίσως και τα ελληνικά Κρόνια, συνθέτοντας ένα λατρευτικό τυπικό με στοιχεία διονυσιακά και χθόνια, δοξαστικά της γονιμότητας, της φυσικής αειφορίας και ευφορίας.

Αν ο σκοπός αυτής της εορτολογικής αντικαταστάσεως ήταν στενά θεσμικός κι αποσκοπούσε στην πλήρη από- παγανοποιήση της ελληνορωμαϊκής κοινωνίας, εκ των πραγμάτων ποτέ δεν πέτυχε απόλυτα. Αυτή η πραγματικότητα, αποτελεί ένα εξ αντιθέτου επιχείρημα, προς όσους θεωρούν, πως εκ του πονηρού ο χριστιανισμός επέλεξε ως κορυφαίες γιορτάρες μέρες τις αντίστοιχες παγανιστικές, ή πως με αυτό τον τρόπο προσπάθησε να εξαφανίσει ολωσδιόλου την πηγαία λατρευτική έκφραση της ύστερης αρχαιότητας με όλα τα παρεπόμενά της.1 Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η μαρτυρία του Θεοδώρου Βαλσαμώνος που μας έρχεται από τον ιβ’ αιώνα, και παρουσιάζει την παγανιστική ρωμαϊκή παράδοση ζωντανή και ιδιαιτέρως διαδεδομένη σε όλα τα κοινωνικά στρώματα. Σε κάποια συνάφεια επικρίνει ο κανονολόγος τους λαϊκούς, που τη πρώτη του Γενάρη μασκαρεύονταν σε μοναχούς και κληρικούς, αλλά και τους κληρικούς που φορούσαν στολές στρατιωτών και μουτσούνες ζώων, γυρίζοντας μες τους δρόμους της πρωτεύουσας και παριστάνοντας χίλια- δύο άπρεπα.2 Τα ίδια ακριβώς βακχικά, περιγράφει να γίνονται όταν πρόκειται για τους κλήδονες του Ιούνη.3 Αυτές οι μαρτυρίες μεταξύ άλλων σώζονται κι απ΄τους Νικήτα Χωνιάτη4, Χριστόφορο Μυτιληναίο5 και Ιωάννη Ζωναρά6, συγχρόνους του Βαλσαμώνος.  Νομίζω πάντως, πως ορθά οι Kazhdan- Epstein παρατηρούν, πως σε πολλές περιπτώσεις, σε αυτά τα ολοζώντανα απομεινάρια της παγανιστικής λατρείας, ενυπήρχαν στοιχεία λαϊκής διαμαρτυρίας και αμφισβήτησης.7
Απ΄την άλλη, η αυτοκρατορική Ιδεολογία ελάχιστα είχε ανάγκη τον παραλληλισμό του Ρωμαίου Βασιλέως με τον Ήλιο της Δικαιοσύνης, αφού ήδη η εικόνα του Αυτοκράτορα ως Ήλιου θριαμβευτή, αποτελούσε διαχρονικό εγκωμιαστικό και μετά- πολιτικό τόπο, με μακρά προχριστιανική διαδρομή, εκφραζόμενη χαρακτηριστικά στον λόγο του Αυτοκράτορα Ιουλιανού ‘’Εις Βασιλέα Ήλιον’’. Το ότι ο Κωνσταντίνος είχε ασπαστεί τον πατρικό αυστηρό ηλιακό μονοθεισμό- τον παρώον αυτώ Θεώ8-  δεν σήμαινε, πως εκ των πραγμάτων μπορούσε απροϋπόθετα να εγκολπωθεί το χριστιανικό κήρυγμα και την μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας. Ωστόσο το σχήμα Βασιλεύς- Ήλιος χρησιμοποιήθηκε δυναμικά, τόσο από την πολιτική θεωρία, όσο και από την θεολογία, κυρίως γιατί ο ήλιος αποτελούσε την μυστηριακή πηγή της ζωής, ανακεφαλαιώνοντας εντός του συμβολικά την θεία Μοναρχία, αλλά και την αυτοκρατορική πηγή νομιμότητας: αποτελεί την κατ’ εξοχήν πηγή ζωαρχίας, όντας συνάμα το ατελεύτητο τέλος της θείας Μοναρχίας και της προσενωπίου μας σχέσεως με τον Θεό : ότι παρὰ σοὶ πηγὴ ζωῆς· ἐν τῷ φωτί σου ὀψόμεθα φῶς. Όμως η εικόνα του Ρωμαίου Βασιλέως ως ηλίου, ήταν σαφώς εμπεδωμένη τόσο στα πλαίσια του ρωμαϊκού συνταγματικού πολιτισμού, όσο και στις λαϊκές εγκωμιαστικές εκφράσεις, πέρα από τις εκκλησιολογικές της διαστάσεις.9
Σε ένα πλαίσιο αυστηρά εργαλειακό, ίσως ήταν πιο ταιριαστό να υποστηρίξουμε πως το αυστηρό μονοθεϊστικό κήρυγμα που υιοθέτησε η ευσεβιανή παρά- θεολογία του καθαρού λόγου, για να επαναλάβω τα λόγια του Beck, στόχευε σε μία προσπάθεια απαλοιφής των εθνικών θεοτήτων και των συναφών παραδόσεων, που σήμαινε αυτόματα μία προοπτική υποταγής των εθνικών κρατών, των οποίων οι θεοί αυτοί, ήταν οι κατ’ εξοχήν αντιπρόσωποι, υπό το απόλυτο κράτος της ρωμαϊκής Οικουμένης.10 Ο Ρωμαίος Βασιλεύς, αυτός και μόνο, είναι το δώρο του Θεού στην Οικουμένη, ως λειτουργός πολιτικός και θρησκευτικός, στον πραγματικό και ιδεατό χώρο του orbis terrarum και του orbis romanus, σαρκώνοντας μία ηλιοκεντρική πολιτική κοσμολογία.
Ο Ήλιος αξιοποιείται από την ρωμαϊκή πολιτική σκέψη κυρίως σε επίπεδο συμβολικό, και αυτό, στον βαθμό που αποτελεί μέρος της καθιερωμένης εγκωμιαστικής παραδόσεως. Ο τόπος όμως που γίνεται κοινά αποδεκτός τόσο από την Εκκλησία, όσο και από την Αυτοκρατορική Ιδεολογία, αφορά στο περιεχόμενο του όρου της Μοναρχίας.
Είναι σημαντικό να σταθούμε σε δύο σημεία, τα οποία μαρτυρούν την σύνδεση της εορτής των Χριστουγέννων με τον θεσμό της Μοναρχίας. Σαν πρώτο παράδειγμα αναφέρω το Δοξαστικό των στιχηρών εσπερίων της εορτής, ποίημα της Κασσιανής, τονισμένο σε ήχο δεύτερο :  Αὐγούστου μοναρχήσαντος ἐπὶ τῆς γῆς, ἡ πολυαρχία τῶν ἀνθρώπων ἐπαύσατο, καὶ σοῦ ἐνανθρωπήσαντος ἐκ τῆς Ἁγνῆς, ἡ πολυθεΐα τῶν εἰδώλων κατήργηται. Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον, αἱ πόλεις γεγένηνται· καὶ εἰς μίαν Δεσποτείαν Θεότητος, τὰ Ἔθνη ἐπίστευσαν. Ἀπεγράφησαν οἱ λαοί, τῷ δόγματι τοῦ Καίσαρος, ἐπεγράφημεν οἱ πιστοί, ὀνόματι Θεότητος, σοῦ τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Θεοῦ ἡμῶν. Μέγα σου τὸ ἔλεος, δόξα σοι. Το δεύτερο παράδειγμα, το συναντούμε στην ακολουθία του όρθρου της εορτής, δοξαστικό των αίνων, ποίημα του πατριάρχη Γερμανού, τονισμένο σε ήχο πλάγιο του δευτέρου : Ὅτε καιρός, τῆς ἐπὶ γῆς παρουσίας σου, πρώτη ἀπογραφὴ τῇ οἰκουμένῃ ἐγένετο, τότε ἔμελλες τῶν ἀνθρώπων ἀπογράφεσθαι τὰ ὀνόματα, τῶν πιστευόντων τῷ τόκῳ σου· διὰ τοῦτο τὸ τοιοῦτον δόγμα, ὑπὸ Καίσαρος ἐξεφωνήθη· τῆς γὰρ αἰωνίου σου βασιλείας, τὸ ἄναρχον ἐκαινουργήθη. Διὸ σοι προσφέρομεν καὶ ἡμεῖς, ὑπὲρ τήν χρηματικὴν φορολογίαν, ὀρθοδόξου πλουτισμὸν θεολογίας, τῷ Θεῷ καὶ Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
Και στα δύο ποιήματα, ο όρος της Μοναρχίας είναι στενά συνδεδεμένος με την Ενανθρώπηση του Υιού και Λόγου. Η σύνδεση αυτή δεν είναι αυθαίρετη, αλλά συνειδητά νομιμοποιημένη στο γεγονός της απογραφής των υπηκόων της ρωμαϊκής Οικουμένης επί των ημερών του Οκταβιανού Αυγούστου. Δια της πολιτικής του παύει η ανθρώπινη πολυαρχία, δημιουργώντας τις προϋποθέσεις μίας οικουμενικής ενότητας, που δείχνει να προέρχεται από την εποχή προ της Βαβέλ. Στο δόγμα του Καίσαρος απογράφονται όλοι οι λαοί, συνθέτοντας έτσι μία εγκόσμιο Βασιλεία, που καταργεί την πολυαρχία των πόλεων, οικοδομώντας με απόλυτους όρους το ιδανικό πολίτευμα. Κατ’ αντιπαραβολή η Ενανθρώπηση του Υιού σημαίνει το τέλος της πολυθεΐας και των ειδώλων. Οι πιστοί απογράφονται στο όνομα της Θεότητος, συγκαλώντας την εξ Εθνών Εκκλησία, που με την σειρά της συντάσσει τους όρους της θείας Δεσποτείας. Ο Γερμανός, ακολουθεί την ιδέα του κειμενικού πυρήνα του ποιήματος της Κασσιανής, προσθέτοντας ωστόσο την παράμετρο της προσφοράς του εαυτού ως δοχείου θεολογικού πλουτισμού, αξίας υπέρ τη χρηματική φορολογία. Είναι πολύ σημαντική αυτή του η διατύπωση διότι- υπενθυμίζω- οι Ρωμαίοι τον όρο της ελευθερίας, τον αντιλαμβάνονταν αναφορικά με τον βαθμό των φοροαπαλλαγών. Όσων περισσότερων εξκουσσειών έχαιρε κάποιος, τόσο πιο ελεύθερος ήταν: η υποχρέωση καταβολής φόρου, είναι όρος σκλαβιάς στον βαθμό που η δωρεά αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική λειτουργία. Πρέπει να υπογραμμίσουμε, πως η επιλογή της ύπαρξης αυτών των ύμνων σε δύο εκ των κορυφαίων σημείων των ακολουθιών, δείχνει την σημασία της γεννήσεως του Χριστού για το μετά- πολιτικό περιεχόμενο της αυτοκρατορικής ιδεολογίας και τον ανοιχτό προπαγανδισμό του.
Ο όρος ‘’μοναρχήσας’’ περιγράφει την ουσιαστική ενότητα μεταξύ Οκταβιανού Αυγούστου και μεγάλου Κωνσταντίνου, παρουσιάζοντας τους θεμελιώδεις πυλώνες της Pax Christiana, στα πλαίσια της πολιτικής θεολογίας του Ευσεβίου.11 Και οι δυο τους αποτελούν φορείς της θείας Οικονομίας, απόλυτα χρονικά σημεία της δόξας του Χριστιανισμού και της Ρώμης. Κατά τα χρόνια του πρώτου σαρκώνεται ο Λόγος, μαζί και οι προϋποθέσεις της απορρέουσας πολιτειολογικής εκφράσεως. Στα χρόνια του δεύτερου σαρκώνεται το όραμα της χριστιανικής ρωμαϊκής Οικουμένης. Ο Κωνσταντίνος είναι ο thriumphator omnium gentium, rector tutius orbis, ubique victor και κυρίως δέκατος τρίτος Απόστολος της Εκκλησίας του Χριστού12.  Στα πρόσωπα και των δύο ανακεφαλαιώνονται μία σειρά από πολιτικά και μεταφυσικά αιτήματα, που τους συνδέουν με έναν μυστικιστικό δεσμό με την Ιστορία13 και συνθέτουν τον χαρακτήρα των ιερών προσκυνητών τους εικόνων. Διατυπώσεις όπως αυτή του Ανατολίου στο στιχηρό των εσπερίων της εορτής-  Ἡ Βασιλεία σου, Χριστὲ ὁ Θεός, βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων, καὶ ἡ Δεσποτεία σου, ἐν πάσῃ γενεᾷ καὶ γενεᾷ- καθόλου δεν μειώνουν τον θείο χαρακτήρα της εγκοσμίου Μοναρχίας, αντιθέτως επικυρώνουν τους όρους νομιμοποίησής του, καθώς για την ρωμαϊκή πολιτική αντίληψη το εγκόσμιο δεν σήμαινε πως ήταν κενό θείων χαρακτηριστικών, εξαντλούμενο σε μία αυστηρά ενδοκτισιακή αυτοαναφορικότητα.
Ο τελευταία μας πρόταση γίνεται περισσότερο αντιληπτή, αν την εντάξουμε στα πλαίσια του προφητικού βιβλίου του Δανιήλ, μέρος του οποίου αναγιγνώσκεται στον εσπερινό της εορτής των Χριστουγέννων. Ευθύς αμέσως το σημειώνω: Εἶπε Δανιήλ, τῷ Ναβουχοδονόσορ· Σὺ Βασιλεῦ ἐθεώρεις, καὶ ἰδοὺ εἰκὼν μία· μεγάλη ἡ εἰκὼν ἐκείνη, καὶ ἡ πρόσοψις αὐτῆς ὑπερφερής, ἑστῶσα πρὸ προσώπου σου ἡ ὅρασις αὐτῆς, φοβερά. Εἰκών, ἧς ἡ κεφαλὴ χρυσίου καθαροῦ· αἱ χεῖρες καὶ τὸ στῆθος καὶ οἱ βραχίονες αὐτῆς, ἀργυροῖ· ἡ κοιλία καὶ οἱ μηροί, χαλκοῖ· αἱ κνῆμαι, σιδηραῖ, οἱ πόδες μέρος μὲν τι σιδηροῦν, μέρος δὲ τι ὀστράκινον. Ἐθεώρεις, ἕως ὅτου ἀπετμήθη λίθος ἀπὸ ὄρους ἄνευ χειρός, καὶ ἐπάταξε τὴν εἰκόνα ἐπὶ τούς πόδας τοὺς σιδηροῦς καὶ ὀστρακίνους, καὶ ἐλέπτυνεν αὐτοὺς εἰς τέλος. Τότε ἐλεπτύνθησαν εἰς ἅπαξ, τὸ ὄστρακον ὁ σίδηρος, ὁ χαλκός, ὁ ἄργυρος, ὁ χρυσός, καὶ ἐγένοντο ὡσεὶ κονιορτὸς ἀπὸ ἅλωνος θερινῆς· καὶ ἐξῆρεν αὐτὰ τὸ πλῆθος τοῦ πνεύματος, καὶ τόπος οὐχ εὑρέθη ἐν αὐτοῖς, καὶ ὁ λίθος, ὁ πατάξας τὴν εἰκόνα, ἐγένετο εἰς ὄρος μέγα καὶ ἐπλήρωσε πᾶσαν τὴν γῆν. Τοῦτό ἐστι τὸ ἐνύπνιον· καὶ τὴν σύγκρισιν αὐτοῦ, ἐροῦμεν ἐνώπιον τοῦ Βασιλέως. Ἀναστήσει ὁ Θεὸς τοῦ οὐρανοῦ βασιλείαν, ἥτις εἰς τὸν αἰῶνα οὐ διαφθαρήσεται, καὶ ἡ βασιλεία αὐτοῦ λαῷ ἑτέρῳ οὐχ ὑπολειφθήσεται· καὶ λεπτυνεῖ καὶ ἐκλικμήσει πάσας τὰς βασιλείας· καὶ αὐτὴ ἀναστήσεται εἰς τοὺς αἰῶνας, ὃν τρόπον εἶδες, ὅτι ἀπὸ ὄρους ἐτμήθη λίθος ἄνευ χειρῶν. Καὶ ἐλέπτυνε τὸ ὄστρακον, τὸν σίδηρον, τὸν χαλκόν, τὸν ἄργυρον, τὸν χρυσόν. Ὁ Θεὸς ὁ μέγας ἐγνώρισε τῷ βασιλεῖ, ἃ δεῖ γενέσθαι μετὰ ταῦτα· καὶ ἀληθινὸν τὸ ἐνύπνιον· καὶ πιστὴ ἡ σύγκρισις αὐτοῦ.14
Η ένταξη της Ρωμαϊκής Οικουμένης στο περιβάλλον της Προφητείας των Τεσσάρων Βασιλείων του Δανιήλ, αρμολογείται στα πλαίσια μίας γνήσιας εσχατολογικής προοπτικής, ώσπου από την Εικονομαχία ως τα τέλη του ιβ’ αιώνος εξελίσσεται υπό το βάρος των Σταυροφοριών σε έναν τύπο πολιτικού μεσσιανισμού.15 Αυτή την εξέλιξη, που χαρακτηριστικά διαγράφεται στον πεσιμισμό της Ιστορίας του Λέοντος Διακόνου, επιτάχυνε η άνοδος των Κομνηνών στην εξουσία, η οποία δεν υπήρξε μία συγκυριακή εξέλιξη, αλλά συνειδητή επιλογή της βυζαντινής κοινωνίας προς συντηρητικότερες αρχές, γεγονός που εκ των πραγμάτων προϋπέθεται μία εξαιρετικά συγκεντρωτικού τύπου διακυβέρνηση. Η Εκκλησία συνηγορεί σε αυτό, γιατί η κρίση των αρχών της παλαιάς τάξεως, σήμαινε κρίση στο ίδιο το μετά- πολιτικό περιεχόμενο του αυτοκρατορικού θεσμού. Έτσι όμως αναχαιτιζόταν η εκκόλαψη των δυναμικών παραγόντων, που μπορούσαν να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις μίας νέας ρωμαϊκής αυτοσυνειδησίας αποδεσμευμένης από το έρμα του παρελθόντος, που υπέθαλπε θεσμικές αγκυλώσεις και συνεχείς οπισθοδρομήσεις, τις οποίες άνθρωποι σαν τον Ζωναρά, παρότι αντικαθεστωτικοί, αδυνατούν να αντιληφθούν.16 Παρ’ όλα αυτά ακόμα κι έτσι η Βασιλεία των Ρωμαίων εξακολουθεί να αναφέρεται ως το τελευταίο από τα Βασίλεια του Δανιήλ, όταν πχ. ο Νείλος Δοξαπατρής καλείται να αναχαιτίσει ιδεολογικά και θεολογικά τον επεκτατισμό των Νορμανδών. Το τέλος της ρωμαϊκής Οικουμένης δεν σημαίνει το τέλος ενός κακού κόσμου, αλλά την απλωσιά στον χωρητικό τύπο των Εσχάτων. Όμως στα χρόνια του Αλεξίου Α’ Κομνηνού τοποθετείται έστω και συμβολικά το τέλος της κωνσταντίνειας χριστιανικής Οικουμένης: όταν το άγαλμα του έφιππου Κωνσταντίνου στο Forum της Πόλεως καταρρέει εξαιτίας ενός ισχυρού ανέμου, ο Αλέξιος Α’ το αντικαθιστά με έναν Σταυρό. Όπως και να έχει, η εξάντληση του οράματος σημαίνει αδυναμία υπερβάσεως των κρίσεων κι έτσι η κωνσταντίνεια πορεία προς τα εσχατολογικά πρόσω, μετατρέπεται σε νοσταλγία για το τέλος της Ιστορίας, που φαντάζει σαν βάλσαμο του δράματος.  
                        ***
Στο περίφημο μωσαϊκό του αγίου Βιταλίου της Ραβέννας, εικονίζεται ο Ρωμαίος Αυτοκράτωρ Ιουστινιανός Α’ και η Αυγούστα Θεοδώρα, με την λαμπρή συνοδεία τους. Στο δεξί άκρο του κρασπέδου του μανδύα της Αυγούστας, έχουν τοποθετηθεί σα να’ ναι κεντημένοι πάνω στο ρούχο της, οι τρεις Μάγοι της Βηθλεέμ, δώρα προσφέροντες στον Βασιλέα Χριστό. Ετούτη η λεπτομέρεια θέλει να πει την ταπεινή προσφορά του εαυτού ως δώρο στο Θεό, για να σημαίνει η εγκόσμια εξουσία την προσφορά και την θυσία, στην τίμια Δόση στην χαρά της αντιδόσεως, το αντίδωρο στο Δώρο. Οι ίδιοι οι Βασιλείς στέκονται στο διάστημα μεταξύ γης και ουρανού, προσφέρουν και προσφέρονται στον Παμβασιλέα Χριστό, του οποίου η μορφή δεσπόζει στον χώρο.    
Η γέννηση του Χριστού όμως δεν συνοδεύεται μονάχα από τα δώρα των Μάγων, από των ποιμένων το θαύμα, από τον ουράνιο αστέρα, από τους ύμνους των αγγέλων, από την ερημική φάτνη, από την προσφορά της γαστέρας της αγνής Παρθένου, αλλά και από την σφαγή των αθώων Νηπίων. Έτσι ώστε να βλέπουμε το θαύμα, πάντα απροσδόκητα κοντά στο δράμα και στον πόνο. Απροσδόκητα κοντά τον Οκταβιανό Αύγουστο με τον Ηρώδη, απροσδόκητα κοντά  τον μέγα Κωνσταντίνο με μία άλλη σφαγή νηπίων που ποτέ δε διαπράττει χάριν του ανείπωτου πόνου που δεν άντεχε να αντικρύζει.17 Ο Χριστός μέσα σε αυτό τον πόνο έρχεται ως ο μεγάλος Ξένος, σα το μωρέλι που μόλις είδε το φως της ζωής γνώρισε τη ξενιτειά και το κυνήγι και τη φυγή στην Αίγυπτο.  
Μακριά και πέρα από αυτά, την Ιστορία τρέφει το θαύμα, κι όχι το αίμα, αλλιώς δεν έχει κανέναν τόπο να κουρνιάσει η ελπίδα μας: Τὴν ἀπαρχὴν τῶν Ἐθνῶν, ὁ οὐρανὸς σοι προσεκόμισε, τῷ κειμένῳ νηπίῳ ἐν φάτνῃ, δι᾿ ἀστέρος τοὺς Μάγους καλέσας· οὓς καὶ κατέπληττεν, οὐ σκῆπτρα καὶ θρόνοι, ἀλλ’ ἐσχάτη πτωχεία· τὶ γάρ εὐτελέστερον σπηλαίου; τὶ δὲ ταπεινότερον σπαργάνων; ἐν οἷς διέλαμψεν ὁ τῆς Θεότητός σου πλοῦτος.
Για να καταλήξει ο λόγος μας με έναν ύμνο, σα θυσία λογική. Για να μπορείς έστω να πεις του Ουρανού ‘’περίμενέ με’’.
Υστερόγραφο: ‘’ θα’ χετε προσέξει, στη δεξιά γωνιά της εκκλησιάς του Δαφνιού, ένα ψηφιδωτό που παρασταίνει τη γέννηση στο σπήλαιο της Βηθλεέμ. Πίσω από την κούνια του Χριστού ανοίγει κατάμαυρο το στόμα της σπηλιάς, το πιο μαύρο χρώμα που είδα ποτέ μου. (…) Το λευκό λίκνο- αν το’ χει γεννήσει ή αν πρόκειται να το καταπιεί η άβυσσος; Δε το ξέρεις ’’.18

 

Μεταγραφή από τον 132ο τόμο της Ελληνικής Πατρολογίας του αββά Jacques- Paul Migne: Ευάγγελος Σταυρόπουλος, Παρίσι, Δεκέμβρης 2013. 

 

Σημειώσεις

 

1 Πρβλ. DUVAL, V., Y., ‘’ Des Lupercales de Constantinople aux Lupercales de Rome’’, REL 55 (1977), pp. 222- 270. 

2 PG 137, 792d. 

3 Ιbid. 740b- 741c.

4 Χρονική Διήγησις, εκδ. J. A. van Dieten, New York/Berlin 1975, σ σ. 153- 154. 

5 Die Gedichte, εκδ. E. Kurtz, Λειψία 1903, αρ. 136.

6 PG 138, 245d- 248b. 

7 KAZHDAN, P.,A./EPSTEIN- WHARTON,A., Αλλαγές στον Βυζαντινό Πολιτισμό κατά τον 11ο και 12ο αιώνα, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2009, σ. 137. 

8 ΕΥΣΕΒΙΟΥ, Βίος Κωνσταντίνου, Ι, 27, Εκδ. Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2012. 

9 KANTOROWICZ, E., ‘’Oriens Augusti- lever du Roi’’, DOP 17 (1963), pp. 119- 162. 

10 BECK, H.-G., Η Βυζαντινή Χιλιετία, ΜΙΕΤ, Αθήνα 2009, σελ. 105- 107.

11 Βίος Κωνσταντίνου, ΙΙ, 19, Εκδόσεις Ζήτρος, Θεσσαλονίκη 2012.   

12 ΆΝΝΑ ΚΟΜΝΗΝΗ, Αλεξιάς , τ. β’, Εκδόσεις Άγρα, Αθήνα 2005, σ σ. 199- 200. ΙΩΑΝΝΗΣ ΖΩΝΑΡΑΣ, Επιτομή Ιστοριών, τ.α’, Εκδόσεις Κανάκη, Αθήνα 1995, σελ. 73. 

13 DAGRON, G., Η γέννηση μιας Πρωτεύουσας, MIET, 2009 σ σ. 29, 47- 48. 

14 Δανιὴλ. 2, 31-36, 44-45

15  ALEXANDER, P., The Byzantine Apocalyptic Tradition, Berkley 1985, pp. 61- 122. 

16 MAGDALINO, P., ‘’Aspects of twelfth- century Byzantine Kaiserkritik’’, Speculum 58 (1983), pp. 326- 346. 

17 Δεν είχε βέβαια ( ο Κωνσταντίνος) εγκαταλείψει τη λατρεία των ειδώλων, ήταν όμως κατηχούμενος στα μυστήρια του Χριστού και σιγά σιγά τα δεχόταν. Επειδή μάλιστα είχε κορμί ασθενικό και το οποίο έβγαζε πύον και πολλά εξανθήματα, για τα οποία οι γιατροί αποφάνθηκαν ότι είναι σημάδια λέπρας, χωρίς καμία δυνατότητα θεραπείας, πήγε και βρήκε τους ιερείς του Δία στο Καπιτώλιο. Εκείνοι του είπαν ότι με κανέναν άλλον τρόπο δεν θα γίνει καλά, παρά μόνον αν λουστεί με ζεστό αίμα μικρών παιδιών που αχνίζει. Συγκεντρώθηκαν αμέσως όλα τα νήπια της επικράτειας και ορίστηκε η μέρα της σφαγής τους. Ο αυτοκράτορας ξεκίνησε για το Καπιτώλιο, προκειμένου να λουστεί στο αίμα των παιδιών. Την ώρα όμως που περνούσε μπροστά από τις μητέρες των παιδιών, αυτές άρχισαν να βγάζουν σπαρακτικές κραυγές και να θρηνούν. (…) Αμέσως μετά πρόσταξε να επιστραφούν τα νήπια στις μητέρες τους (…): ΙΩΑΝΝΟΥ ΖΩΝΑΡΑ, Επιτομή Ιστοριών, τ. α’, σ σ. 55- 57. 

18  ΣΕΦΕΡΗΣ, Γ., Δοκιμές α’, Ίκαρος 2003, σελ. 318.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s