Σημειώσεις περί Αξιολόγησης


Image

 

Αλέκος Βαρβέρης

Τα τελευταία χρόνια γίνεται θόρυβος γύρο από το ζήτημα της αξιολόγησης των εργαζόμενων –λειτουργών στο Δημόσιο τομέα. Ένας Θόρυβος που βασικό του στοιχείο είναι να παρεμποδίσει ένα ουσιαστικό διαλόγου και να συσκοτίσει τις προϋποθέσεις για να βρούμε άκρη. Πρωταγωνιστές σ’ αυτή τη συσκότιση είναι τόσο η κυρίαρχη φιλελεύθερη πολιτική όσο και η αντιπολίτευση με αιχμή της τις συνδικαλιστικές ηγεσίες.

Ας προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το ζήτημα της Αξιολόγησης.

Σε τι καλείται να σταθεί κανείς μπροστά σε ένα τέτοιο θέμα. Σίγουρα πρώτα να καταλάβει περί τίνος πρόκειται. Η κατανόηση αυτή παραπέμπει σε νοηματικές-θεωρητικές, πολιτισμικές, πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες.

Εν προκειμένω η έννοια της αξιολόγησης αναφέρεται στον προσδιορισμό της αξίας ενός υποκειμένου σε σχέση με την προσφορά του. Η στόχευση αφορά κυρίαρχα ένα πολιτισμικό πλαίσιο, δηλαδή τι θεωρεί μια κοινωνία Άξιο Λόγου. Επίσης αναζητά το πραξεολογικό του περιεχόμενο στην διαμόρφωση μιας Πολιτικής που θα υπηρετήσει το παραπάνω περιεχόμενο με τη σύνταξη και εδραίωση βημάτων και τέλος θα επαληθευθεί μέσα από την κοινωνική αποδοχή του αποτελέσματος στο πρακτικό-αισθητικό επίπεδο.

Προφανώς και δεν έχουμε συναντήσει σε κυβερνητικό ή συνδικαλιστικό επίπεδο μια τέτοια αντιμετώπιση. Από τις εξουσίες (κράτος, ΜΜΕ, κόμματα, συνδικαλιστικούς φορείς) η αξιολόγηση επιχειρείται ως απειλή, για την εμπέδωση μιας, θεμελιώδους σημασίας γι’ αυτές, σύγχυσης, για την εξυπηρέτηση αλλότριων (και απείρως πιο μίζερων) επιδιώξεων.

Ωστόσο το ζητούμενο μιας αξιολόγησης, σε μια αντι-συστημική και κοινωνικοκεντρική προοπτική ανασυγκρότησης της κοινωνίας, χρειάζεται να ειδωθεί αφετηριακά, αντιμετωπίζοντας και όλες τις παραπλανητικές τρικλοποδιές.

Πως λοιπόν θέτω, προσδιορίζω και υπολογίζω την αξία τίνος και γιατί.

Η Αξιολόγηση την οποία προσεγγίζουμε εδώ αφορά Υποκείμενα. Απ’ αυτή την άποψη το πρώτο θέμα που μας έρχεται στο μυαλό δεν μπορεί να είναι κουτάκια που πρέπει να συμπληρωθούν παρά μόνο εάν έχει διασαφηνιστεί επαρκώς η σχέση τους με το ζητούμενο. Έτσι η τεχνική και στατιστική πλευρά πρέπει να υπόκειται στους ποιοτικούς στόχους μια κοινωνάς για το Τι και το Πώς θέλει μια διαδικασία αξιολόγησης να εξασφαλίζει την αποτύπωση των (χαμένων;) αξιών της (παραγωγικών, μορφωτικών, δημιουργικότητας κ.λπ) σε σχέση με το υποκείμενο και την αποστολή του.

Πια είναι όμως η αποστολή του κάθε φορά;

Ο πιο πολύς θόρυβος, γύρο από το ζήτημα της Αξιολόγησης, έχει προκύψει στο χώρο της εκπαίδευσης. Γι’ αυτό και θα σταθούμε σ’ αυτό το παράδειγμα για να επιχειρήσουμε να το θέσουμε πιο συγκεκριμένα.

Μια καλή παράδοση, που έρχεται από το …μέλλον (σε σχέση με την πτώση του παρόντος) είναι η προτροπή των γονιών, περασμένων δεκαετιών, στο παιδί τους «να μορφωθείς, να γίνεις άνθρωπος» ή «χρήσιμος για την κοινωνία». Κάτι τέτοιες φράσεις διασώζονται ακόμη στο παλιό ελληνικό κινηματογράφο. Το πρόταγμα αυτό είναι το καθοριστικό για το Τι και το Πώς της Αξιολόγησης. Η όποια παράκαμψή του (από ξενέρωμα ή εκσυγχρονιστικούς μιμητισμούς) αλλοιώνει από χέρι την κοινωνική προοπτική και καθιστά την αξιολόγηση τεχνικό –διαδικαστικό θέμα (πράγμα που ξενερώνει εμένα).

Ο όποιος έλεγχος λοιπόν προκύπτει χρειάζεται να επιβεβαιώνει ακριβώς αυτή την κοινωνική του αναφορά.

Τι κρίνεται-Αξιολογείται στην περίπτωση του εκπαιδευτικού λειτουργού; πάντως όχι το πόσο καλός βαθμολογητής είναι. Ο εκπαιδευτικός, σε σχέση με το παραπάνω πρόταγμα είναι φορέας ταυτόχρονα Γνώσης και Αξιών. Εφοδιάζει τον βρασμό των νέων, πριν ξεθυμάνει, με γνώσεις (έναντι πληροφοριών) και κοινωνικές –ανθρωπιστικές (δηλαδή σοσιαλιστικές) Αξίες (έναντι έξυπνων ιδεών για «επιτυχία» ή λούφα)

Μια τέτοια λοιπόν προσέγγιση της Αξιολόγησης του εκπαιδευτικού αναζητά για την πραγμάτωσή της ένα σχέδιο-πλαίσιο. Ένα τέτοιο σχέδιο χρειάζεται κατ’ αρχήν τη συμμετοχή όλης της σχολικής κοινότητας -εκπαιδευτικοί- μαθητές – γονείς- άρα την τοποθέτηση και κρίση τους για το παρόν της εκπαιδευτικής διαδικασίας και το επόμενο κάθε φορά βήμα. Κυκλική και αμφίδρομη αξιολόγηση.

Αποτελεί ωστόσο ιστορική διαπίστωση ότι το υποκειμενικό στοιχείο (ο Άνθρωπος- Υποκείμενο) είναι αξεπέραστο. Δεν υπάρχει Κανόνας (σύνταγμα-νόμος- πλαίσιο-κανονισμός κ.λπ) που να σε κάνει Άνθρωπο. Το πρώτο πρόβλημα λοιπόν που συναντά ένα τέτοιο εγχείρημα είναι ότι και οι τρεις βασικοί κρίκοι που το συγκροτούν, εκπαιδευτικοί- μαθητές – γονείς, είναι προβληματικοί. Ας σταθούμε λοιπόν σ’ αυτό κι ας επιχειρήσουμε να το εξετάσουμε.

α) Οι Εκπαιδευτικοί: 40 χρόνια κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» και δεν μπόρεσαν να δημιουργήσουν ένα Εκπαιδευτικό κίνημα, δηλαδή μια μαχόμενη πρόταση και ένα (νόμο-) Σχέδιο για το πώς θα μορφώνονται οι νέοι. Οι συνδικαλιστικοί τους φορείς στέκονται απέναντι σε μια τέτοια προοπτική. Βεβαίως είναι «δημοκρατικά» εκλεγμένοι από τους ίδιους του εκπαιδευτικούς άρα δεν υπάρχουν περιθώρια για κρυφτούλι σε ότι αφορά το βάθος της ευθύνης τους. 

Ωστόσο μια νέα αρχή σ’ αυτό το ζήτημα δεν μπορεί να μην συγκρουστεί τόσο με την συνδικαλιστική πρακτική όσο και με την αλλοτρίωση των ίδιων των εκπαιδευτικών. Αν κάποιος δεν αρνηθεί σθεναρά ότι ΔΕΝ είναι πρώτο θέμα για την Παιδεία το οικονομικό, αν δεν αντισταθεί στην κρατική δωροδοκία («κατακτήσεις» το λένε οι συνδικαλισταράδες), αν δεν αναρωτηθεί πως προέκυψαν οι άνθρωποι της Εθνικής Αντίστασης και της πνευματικής ανάτασης των προηγούμενων δεκαετιών (πάντως όχι από καλοπληρωμένους δασκάλους και άρτια κτίρια), αν δεν θέσει στον εαυτό του (δηλαδή στην πολιτική – ιδεολογική μεταπολιτευτική του ταυτότητα) το ερώτημα, πως ενώ ο εκπαιδευτικός είναι το κύτταρο της εκπαίδευσης και ενώ καρκινοβατεί η Παιδεία ο ίδιος αισθάνεται δικαιωμένος και ανεύθυνος. Αν κατανοήσει (βιώσει) ότι το αντι-κοινωνικό πολιτικό σύστημα στην εκπαίδευση περνάει μέσα απ’ αυτόν στην τάξη και στον μαθητή. Αν κατανοήσει ότι δεν πληρώνεται από το κράτος ούτε τους γονείς αλλά από το μαθητή. Αν δεν αποδεχθεί τις τραγικές του ευθύνες για το φαινόμενο των φροντιστηρίων (Ποιός σπρώχνει τους μαθητές στα φροντιστήρια; οι εξετάσεις; ή η ΜΗ προετοιμασία από τους ίδιους). Πως γίνεται να πιστεύει ότι γίνεται καλύτερος με 300€ παραπάνω;. Τι Αξίες περνά στους νέους με ένα τέτοιο θεμελιακό αξίωμα; Με λίγα λόγια αν δεν ξεθεμελιώσει όλο το σάπιο ψευτο-προοδευτικό ιδεολογικό οπλοστάσιο ΜΕΣΑ του, δεν μπορεί να διατυπώσει πως θα μορφωθούν οι νέοι και πολύ περισσότερο δεν μπορεί να το συνδέσει με βαθύτερες αλλαγές στην κοινωνία.

β) Οι Γονείς: 40 χρόνια κοινοβουλευτικής «δημοκρατίας» δεν ξέρουν και οι ίδιοι σε τι πιστεύουν. Από τι μια καλούν τους εκπαιδευτικούς να βάλουν τα παιδιά τους στα ΑΕΙ (με κάθε τρόπο και τίμημα) με μόνη επιδίωξη την οικονομική ευμάρεια και από την άλλη συμμαχούν με κάθε παρασιτική πολιτική που τους «εξασφαλίζει» τα παραπάνω (κάθε χωριό και ΤΕΙ). Από τη μια εκδηλώνουν μια κακομαθημένη και ανάγωγη επιθετικότητα στους εκπαιδευτικούς και από την άλλη τρέχουν στα φροντιστήρια (δηλαδή στους εκπαιδευτικούς). Καίνε καθημερινά τα παιδιά τους όταν υποκριτικά τους προτείνουν, με το ΔΗΘΕΝ υφάκι τους, να σπουδάσουν και από την άλλη τους μετράνε με το πόσα λεφτά θα βγάλουν (ως «επιτυχημένοι»). Αδυνατούν να αναγνωρίσουν ποιος εκπαιδευτικός μορφώνει και στηρίζει την προσπάθεια του παιδιού κρίνοντας (ήδη από το Δημοτικό) μόνο με το πόσες φωτοτυπίες φέρνει σπίτι δηλαδή με το πόσο λιγότερη δουλειά γίνεται στο σχολείο.

Γονείς και Εκπαιδευτικοί συμμαχούν σε λάθος χωράφια και προτρέπουν τους νέους σε μια «κριτική γνώση» χωρίς ΓΝΩΣΗ. Σε μια «γνώση» χωρίς κόπο. Σε μια «κριτική γνώση» που η προοπτική της είναι η «επιτυχία» με όρους αλλοτρίωσης : να γίνουν κλινικάρχες-βουλευτές-σύμβουλοι- golden boys & girls (και γ…. την «κριτική γνώση»). Έναντι αυτής της υποκριτικής στάσης ο ΤΣΕ ΑΚΟΥΣΕ- μελέτησε (γιατί αλλιώς γιατρός δεν γίνεσαι) και απέκτησε επαναστατική κριτική.

γ) Οι Μαθητές: χωρίς χρόνια στην πλάτη τους είναι έρμαια των παραπάνω. Μοιράζουν το χαμό τους ανάμεσα μηδενιστικές –δυναμικές αντιδράσεις, σε ντουντούκες-καταλήψεις (με πολύ μάχιμη διάθεση αλλά ξεκούραστες πνευματικά, άλλωστε είναι στην «διδακτέα ύλη» να μην το κουράζουν και πολύ το μυαλό τους), σε αντι-κοινωνικές συμπεριφορές (κοίτα τα δικά σου και άσε τους άλλους …), σε καφενόβιες παραιτήσεις κ.α. Οι μαθητές χρειάζεται να αντιδράσουν απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση θέτοντας αυτά που τους πονάνε και όχι αυτά που τους χαπακώνουν. Να απαντήσουν στον εκπαιδευτικό που τους λέει «για τόσα που πληρώνομαι και πολλά σας λέω». Να απαντήσουν στο γονιό που προσπαθεί να εξαργυρώσει την αδιαφορία του, να τον προκαλέσουν να πει σε τι διάολο πιστεύει, γιατί όλα «είναι ύλη παντού, αγάπη πουθενά»;.

Μετά απ’ όλα αυτά μπορούμε να εξετάσουμε τους «μετρίσιμους δείκτες απόδοσης», την βαθμολογική αποτύπωση μιας προσπάθειας, τα βιβλία κ.λπ Μετά όμως απ’ όλα αυτά.

Η σημερινή αντίδραση των συνδικαλιστών στο χώρο της εκπαίδευσης: «όχι στην αξιολόγηση», επιδιώκει ακριβώς να σκεπάσει όλα τα παραπάνω. Αντιδρά ακριβώς για να καλύψει το μέρος της ευθύνης της στην από-παίδευση των νέων, στην περιθωριοποίηση του εκπαιδευτικού, στο βαθύ συστημικό της ρόλο. Από την άλλη προτάσεις και σκέψεις περί «αυτό-αξιολόγησης» θυμίζουν το «καθρέφτη –καθρεφτάκι μου». Η σύγκρουσή των συνδικαλιστών με την φιλελεύθερη πολιτική είναι δευτερεύουσας σημασίας, δηλαδή ενδοσυστημική.

Ο εκπαιδευτικός (όπως και ο κάθε πολίτης) έναντι όλων αυτών χρειάζεται να αναλάβει την ευθύνη του. Να απεξαρτηθεί από την κυρίαρχη αντι-κοινωνική πολιτική και τους κανόνες και τις πολιτικές του τρέχοντος συνδικαλισμού. Να επιχειρήσει και σ’ αυτό το πεδίο, της οργάνωσης στους χώρους δουλειάς, ένα Άλλο συνδικαλισμό που απαντά πρώτιστα τα ζητήματα της μαθησιακής λειτουργίας.  Να αναλάβει τη μόρφωση των νέων με κοινωνική αναφορά και προοπτική.

Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν εκπαιδευτικοί που σκέφτονται και πράττουν έτσι. Το παραπάνω που χρειάζεται να πράξουν είναι να ανάγουν τη στάση τους σε Πολιτική: να δουλέψουν πάνω σ’ αυτές τις θελήσεις τους, να ασχοληθούν βαθύτερα με τη μάθηση, τη Παιδεία και τη δημοκρατία. Να αναζητήσουν τα ειδικότερα (οργανωτικά – τεχνικά) χαρακτηριστικά ενός τέτοιου δρόμου. Να την προτείνουν –συζητήσουν με το διπλανό τους, να τη θέσουν στα σχολικά συμβούλια, στις συναντήσεις εκπαιδευτικών, να επιχειρήσουν να συντονιστούν με παρόμοιες θελήσεις. Να επιχειρήσουν να παράγουν κριτήρια, μέσα από μια τέτοια προσωπική τους στάση και εμπειρία, για τις ευρύτερες επιλογές και προτιμήσεις τους. Η ανάγκη να συγκροτούμε τις αμφιβολίες μας και τις θελήσεις μας σε Πολιτική απορρέει τόσο από το γεγονός ότι συμβάλουμε στην δημιουργία μιας πρότασης διεξόδου από το φαύλο κύκλο του συστήματος (συμπολίτευσης-αντιπολίτευσης) όσο και το ότι έτσι τις καθιστούμε κοινωνικά εφικτές. Η ανάγκη να υπάρξουμε ως ατομικό και ως συλλογικό υποκείμενο στο πλαίσιο ενός κινήματος προσώπων.

Κλείνοντας να επισημάνουμε ότι πολιτικές (και εν γένει ψαχτικές) συζητήσεις γύρο από τέτοια θέματα προσανατολισμού, στρατηγικής και προτεραιοτήτων δεν είναι «χάσιμο χρόνου» έναντι «πράξεων» και μιας ακτιβίστικης τακτικής. Μια γενικευμένη τέτοια συζήτηση στο κοινωνικό σώμα αποτελεί θεμελιακό παράγοντα για την αυτογνωσία του, την πορεία και την προοπτική του. Αποτελούν πραξεολογικά γεγονότα (πράξης και λόγου ταυτόχρονα). Σε αντίθεση με τη φιλελεύθερη – αντικοινωνική αντίληψη που όλα αυτά τα συνοψίζει και τα κρίνει με «βάση το αποτέλεσμα», τους «δείκτες» κ.λπ (όπως χαρακτηριστικά φιλοσοφεί «ο χρόνος είναι χρήμα»). Μια αντι-φιλελεύθερη – κοινωνικοκεντρική αντίληψη χρειάζεται να αναποδογυρίσει τον ανάποδο κόσμο και να θέσει στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος το ίδιο το κοινωνικό σώμα-κίνημα τόσο ως ΔΡΟΜΟ όσο και ως ΣΚΟΠΟ.

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s