Ἀναζήτηση ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων γιὰ τὶς ἐπερχόμενες ἀναμετρήσεις


Εικόνα

Βασίλης Ξυδιᾶς

 

 

Τὸ κείμενο ποὺ ἀκολουθεῖ δημοσιεύθηκε πρὶν ἀπὸ πολλὰ χρόνια στὸ περιοδικὸ Σύναξη (τεῦχος 45, Ἰανουάριος-Μάρτιος 1993, σελ. 31-35). Εἶναι καιρὸς τώρα ποὺ σκέφτομαι τὴν ἀναδημοσίευσή του· ἂν μὴ τὶ ἄλλο, σὰν δικαιολόγηση τῆς προσωπικῆς, πολιτικὰ ἐνεργοῦ, στάσης μου στὴ ἱστορικὴ δύνη ποὺ ἔχει παρασύρει τὴ χώρα μας τὰ τελευταία χρόνια. Καθὼς ὅμως ἡ κρίση στὴν Οὐκρανία ἀνεβάζει ἐπικίνδυνα τὸν πυρετὸ τῆς γεωπολιτικῆς καὶ ἰδεολογικῆς σύγκρουσης μέσα στὰ εὐρωπαϊκὰ σύνορα ἔχω τὴν ἐντύπωση πὼς ἡ πνευματική συζήτηση γύρω ἀπ’ τὰ θέματα ποὺ θίγει τὸ ἄρθρο αὐτὸ καθίσταται ζήτημα ζωῆς και θανάτου – πνευματικῆς ζωῆς καὶ πνευματικοῦ θανάτου.

 

 

 

Τὸ τέλος τοῦ 20οῦ αἰώνα εἶναι μιὰ κρίσιμη καμπὴ γιὰ τὴν ἀνθρωπότητα. Σὲ μιὰ σπάνια ἱστορικὴ συγκυρία, ἀπ’ αὐτὲς ποὺ – δὲν διστάζω νὰ τὸ πῶ – ἐμφανίζονται μιὰ φορὰ στὰ χίλια ἢ στὰ δύο χιλιάδες χρόνια, μεγάλοι καὶ μικρότεροι ἱστορικοὶ κύκλοι κλείνουν καὶ νέοι ἀνοίγουν. Ὅλα τὰ σταθερὰ δεδομένα τοῦ αἰώνα μας κλονίζονται, καὶ μαζί τους κλονίζονται καὶ οἱ σταθερὲς συντεταγμένες τῶν προηγούμενων ἱστορικῶν διαδρομῶν.

 

Μέσα σ’ αὐτὸ τὸ ἱστορικὸ σταυροδρόμι ἕνα ἀκαλλιέργητο καὶ ἀποπροσανατολισμένο θυμικὸ ἔχει γιὰ τὰ καλὰ σωρευτεῖ. Πρὸς τὸ παρὸν οἱ ἐστίες τῶν συγκρούσεων παραμένουν ἔξω ἀπὸ τὰ κέντρα τοῦ δυτικοῦ κόσμου, ἐνῶ οἱ σημαντικότερες ἀπ’ αὐτὲς σχηματίζουν ἕνα νοητὸ τρίγωνο (Ἐγγὺς καὶ Μέση Ἀνατολή, Γεωργία-Ἀρμενία, Βαλκάνια), ποὺ μὲ τρόπο συμβολικὸ καὶ προφητικὸ περιβάλλει τὴν Κωνσταντινούπολη. Ταυτόχρονα ὅμως, ἡ ἔνταση τοῦ συσσωρευμένου αὐτοῦ θυμικοῦ τείνει ἀργὰ ἀλλὰ σταθερὰ νὰ διαρρήξει κι αὐτὴν ἀκόμα τὴν εἰρηνιστικὴ κρούστα στὸ ἐσωτερικὸ τῶν ἀφασικῶν καταναλωτικῶν δημοκρατιῶν τῆς Δύσεως.

 

Τεράστιες ἐκρήξεις πρέπει νὰ ἀναμέονται, κι ἀπέναντί τους ἡ περιβόητη Νέα Τάξη εἶναι ἕνα ἀμήχανο σύνθημα ποὺ ἐκφράζει περισσότερο τὸν τυχοδιωκτικὸ αὐτοσχεδιασμὸ τῶν ἰσχυρῶν, καὶ λιγότερο κάποια μελετημένα σχέδια ποὺ προκαθορίζουν δῆθεν τὴν πορεία τοῦ κόσμου. Τὰ ἐπιτελεῖα καὶ τὰ κυκλώματα τῶν ἰσχυρῶν τοῦ κόσμου δὲν μποροῦν νὰ ἐλέγξουν τὶς ἐξελίξεις, ὅσο κι ἂν προσπαθοῦν ἢ ὅσο κι ἂν φαίνεται ὅτι τὰ καταφέρνουν. Οἱ ψυχικὲς καὶ πνευματικὲς δυνάμεις ποὺ ἀναμετρῶνται εἶναι τιτάνιες, ἀλλὰ γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς ὁ ἀγῶνας θὰ κριθεῖ ὄχι ἀπὸ τὴν ποσότητα ἀλλὰ ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν ἀντιπάλων μεγεθῶν. Στὸ ἐπίπεδο τῆς ἄμεσης ἀναμέτρησης τόσο ἡ νίκη ὅσο καὶ ἡ ἦττα θὰ εἶναι σχετικές. Τὰ ὀρθολογικῶς κατασκευασμένα σχέδια τῶν ἀναμετρούμενων ἐπιτελείων ἢ κυκλωμάτων, ὅσο κι ἂν ἐπικουροῦνται ἀπὸ χρήματα, ὅπλα καὶ ἄλλα γήινα μέσα, θα κριθοῦν τελικὰ μὲ τὸ μέτρο τῆς πραγματικῆς θυσίας καὶ τοῦ εἰλικρινοῦς πόνου ποὺ θὰ ἐμπνεύσουν. Θὰ κριθοῦν ἀπὸ τὴν ἀγάπη ποὺ οὕτως ἢ ἄλλως περιβάλλει ὅλους καὶ τοὺς ἐγκαλεῖ στὴ δική της προοπτική.

 

* * *

 

Γιὰ μιὰ ἀκόμα φορά, ἐμφανῶς ἢ ἀφανῶς, ἡ ἱστορία γίνεται τὸ πεδίο ἑνὸς ἐκκλησιαστικοῦ ἔπους. Κι ὅσοι εἴμαστε μέλη τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ κι ὅσοι δὲν εἴμαστε ἀκόμα, κι ἐπίσης ὅσοι μαχόμαστε ἐνάντιά της, ὅλοι μας καλούμαστε, στὸ μέτρο τῶν δυνάμεών μας, νὰ μετέχουμε σ’ αὐτὸ τὸ ἐκκλησιαστικὸ ἔπος, στὸ ἔπος τῆς ἀγάπης.

 

Αὐτὸ εἶναι τὸ μέγα μυστήριο τῆς ἱστορίας. Εἶναι τὸ μυστήριο τῆς ἀλλαγῆς, τῆς μεταμόρφωσης τοῦ κόσμου, τῆς δικῆς μας μεταμόρφωσης. Τῆς ἀλλαγῆς, ὄχι βέβαια ὡς συμμόρφωσης μ’ ἕνα ἠθικὸ ἢ κοινωνικὸ μοντέλο, ἀφηρημένο, στατικὸ καὶ ἐγκεφαλικὰ προκατασκευασμένο, ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ὑπόσχονται οἱ διάφοροι ἠθικολόγοι, οἱ χιλιαστές, καὶ οἱ ἐπίδοξοι κοσμοδιορθωτές, καλοπροαίρετοι ἢ ὑποκριτές. Μέσα στὴν πραγματικὴ ἱστορικὴ πορεία ἡ πραγματικὴ ἀλλαγὴ εἶναι προσωπικὴ πορεία αὐθεντικῆς ὑπαρκτικῆς ἑνότητας, πνευματικῆς κοινωνίας καὶ ψυχικῆς συνταύτισης ἐν Χριστῶ, ἔτσι ὅπως τὴ βίωσαν τελικὰ οἱ ἕως θανάτου πρώην ἀντίπαλοι ποὺ κατέληξαν ἀδελφοὶ καὶ συνεργάτες: ὁ χριστιανὸς ἀπόστολος Βαρνάβας καὶ ὁ πρώην ἀντίχριστος καὶ πολέμιος τῆς ἐκκλησίας καὶ μετέπειτα μέγας ἀπόστολος Παῦλος. Νὰ μιὰ προσωπικὴ καὶ ὑπαρξιακὴ μεταμόρφωση, ἡ ὁποία ὅμως ὑπῆρξε ὡς ἱστορικὸ γεγονὸς καὶ παρήγαγε ἕνα ἱστορικὸ ἔπος.

 

Ἔτσι, ὅταν λέω παραπάνω ὅτι στὸ ἐπίπεδο τῆς ἄμεσης ἀναμέτρησης οἱ νίκες καὶ οἱ ἦττες εἶναι σχετικές, δὲν διακηρύσσω τὴν ἀδιαφορία γιὰ τὴν τρέχουσα ἱστορικὴ πραγματικότητα, κι οὔτε ἔχω στὸ νοῦ μου ἕνα δῆθεν «πνευματικὸ» ἢ δῆθεν «ἐσχατολογικὸ» ἐπίπεδο ἐκτὸς τῆς ἱστορίας. Ἁπλῶς, ἐπισημαίνω τὸν κίνδυνο μιᾶς ἐγκοσμιοκρατικῆς κατανόησης τῆς ἱστορίας ἤ, μὲ ἄλλα λόγια, ἑνὸς αὐτοεγκλωβισμοῦ τοῦ κόσμου σὲ μιὰ φαντασιακὴ ἐνδοϊστορικὴ ἐντελέχεια· καὶ πιὸ πολὺ τὸν κίνδυνο ἑνὸς ἐνδοϊστορικοῦ καὶ ἐνδοκοσμικοῦ ἐγκλωβισμοῦ τῆς ἐκκλησίας. Πολλοὶ βλέπουν τὴν ἱστορία ὡς τὸ ἔδαφος μιᾶς ἐνδοκοσμικῆς σύγκρουσης τῶν δυνάμεων τοῦ καλοῦ μὲ τὶς δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Κι ὅλη τους ἡ ἔγνοια συνοψίζεται στὴ νίκη τῶν μὲν καὶ στὴν ἦττα τῶν δέ. Ὅμως, ἡ λογικὴ τοῦ θρησκευτικοῦ πολέμου εἶναι ξένη πρὸς τὸ ὀρθόδοξο ἦθος, ὅπως ἄλλωστε κι ἡ λογικὴ μιᾶς ἐνδοϊστορικῆς ὀρθόδοξης ἐπικράτησης. Ἂς θυμηθοῦμε ὅτι ἡ Δευτέρα Παρουσία καὶ ἡ πλήρης ἐπικράτηση τοῦ Χριστοῦ ἐπὶ τῆς γῆς δὲν θὰ προέλθει ὡς ἐνδοϊστορικὸ ἀποτέλεσμα διαρκῶν ἐπιτυχιῶν καὶ σταδιακῆς ἐξάπλωσης τῆς ἐκκλησίας, ἀλλὰ ἐξαίφνης, ὡς μιὰ νέα ἔξωθεν τομή, ὡς ἄνωθεν δωρεὰ καὶ χάρις. Αὐτὴν ὅμως τὴν ὁριστικὴ τομὴ καὶ κοινωνία τῶν ἐσχάτων οἱ χριστιανοὶ προγευόμεθα ἤδη στὴ Θεία Εὐχαριστία. Καὶ μὲ κέντρο τὴ Θεία Εὐχαριστία παιδαγωγούμεθα σὲ μιὰ ὑπαρξιακὴ πνευματικὴ καὶ ἐσχατολογικὴ βίωση καὶ κατανόηση σύνολης τῆς παρούσης ἱστορίας. Ἑπομένως, δὲν ὑπάρχει «χριστιανικὴ» ἱστορία, ἀλλὰ δὲν ὑπάρχει καὶ ἱστορία χωρὶς τὸν Χριστό.

 

Ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, πολλοὶ χριστιανοί, γαλουχημένοι στὸ πνεῦμα τοῦ ἀτομικιστικοῦ ἠθικισμοῦ, νομίζουν ὅτι ἡ ἱστορία εἶναι ἕνα οὐδέτερο ἔδαφος, μιὰ ἠθικῶς καὶ ὀντολογικῶς ἀδιάφορη ροὴ τοῦ χρόνου, καὶ ὅτι ἡ ἠθικὴ καὶ ὀντολογική της ἀξία βρίσκεται ἁπλῶς καὶ μόνο στὸ γεγονὸς ὅτι ἐπ’ αὐτῆς διαδραματίζεται καὶ κρίνεται ἡ προσωπικὴ ἠθικὴ καὶ ὀντολογικὴ τελείωση ἑνὸς ἑκάστου τῶν ἀνθρώπων, ἑνὸς ἑκάστου τῶν μελῶν τῆς ἐκκλησίας. Ἂν ἦταν ἔτσι, τότε ὁ Θεὸς θὰ ἦταν πράγματι ἄδικος καὶ σκληρός, ἀφοῦ παίζονται μὲ τὰ ζάρια ἀφήνει κάποιους ἀπὸ μᾶς νὰ τελειοῦνται ἐν εἰρήνη καὶ σὲ βαθειὰ γηρατειά, καὶ ἄλλους νὰ βασανίζονται καὶ νὰ ὑποφέρουν, καὶ νὰ πεθαίνουν νήπια, μέσα στὶς μαζικὲς καταστροφές, τὶς σφαγὲς καὶ τὶς ἐρημώσεις, χωρὶς καμμιὰ δυνατότητα προσωπικῆς διακρίσεως, χωρὶς τὴ δυνατότητα τῆς προσωπικῆς ἐπαφῆς καὶ σχέσεως μὲ τὸν Θεό, χωρὶς κἂν τὴν πολυτέλεια τῆς προσωπικῆς ἁμαρτίας. Ποῦ θὰ βρισκόταν τότε ἡ ἀγαθότης καὶ ἡ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ ποῦ ἡ ἰδιαιτερότητα τοῦ ἀνθρωπίνου προσώπου; 

 

Ὅμως ἡ ἱστορία δὲν εἶναι ἁπλῶς τὸ οὐδέτερο ἔδαφος τῆς ἀτομικῆς τελειώσεως. Οὔτε ἄλλωστε μπορεῖ νὰ ὑπάρξει ἀτομικὴ τελείωση. Ἡ τελείωση εἶναι προσωπική· δηλαδή, γεγονὸς σχέσεως καὶ κοινωνίας. Ἡ ἀναγωγὴ τῆς φυσικῆς ἀνθρώπινης ἐνέργειας στὸ ἐπίπεδο τοῦ προσώπου (διὰ τῆς χάριτος βέβαια καὶ τῆς δωρεᾶς τοῦ Θεοῦ) δὲν μπορεῖ να συμβεῖ παρὰ σὰν ἀναγωγὴ ὅλης τῆς ἁλυσσίδας τῶν φυσικῶν δεσμῶν καὶ σχέσων ποὺ τοῦ προσδίδουν τὴ βιολογικὴ καὶ κοινωνική του ὑπόσταση. Ἡ ἀναγωγὴ αὐτὴ δὲν μπορεῖ νὰ γίνει παρὰ μέσα στὴν ἱστορία καὶ ὡς συμμετοχὴ στὴν παραγωγὴ τῆς ἱστορίας. Μιᾶς ἱστορίας, βέβαια, ποὺ δὲν ἐξαντλεῖται στὴν ἐξωτερικὴ περιγραφὴ τῶν γεγονότων, ἀλλὰ ποὺ συντίθεται πρῶτα καὶ κύρια ἀπὸ τὸ πνευματικὸ καὶ ψυχικὸ δυναμικὸ καὶ τὶς ἐσωτερικὲς ποιότητες ποὺ συνοδεύουν τὶς ἐξωτερικὲς κινήσεις καὶ μεταβολές. Ἡ ἱστορία αὐτὴ εἶναι ὁ κατ’ ἐξοχὴν τόπος τῆς κοινωνίας τοῦ κτιστοῦ καὶ τοῦ ἀκτίστου στὴν κοινὴ ἐσχατολογικὴ προοπτικὴ τῆς θεώσεως τοῦ κόσμου. Ὁ ἴδιος ὁ ἱστορικὸς χρόνος καὶ χῶρος παράγεται ὡς τόπος (προϋπόθεση καὶ ἀποτέλεσμα μαζὶ) προσωπικῆς συναντήσεως τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων.

 

Σ’ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ ἡ ἱστορία δὲν εἶναι πεδίο δεσμεύσεως, ἀλλὰ ἀπελευθερώσεως. Ὁ κάθε ἄνθρωπος, ὡς πρόσωπο, καθίσταται τελικῶς ἐλεύθερος νὰ ἐπικαθορίσει τὶς ἱστορικὲς συνθῆκες καὶ συμπτώσεις τῆς ὕπαρξής του, καὶ δι’ αὐτῶν ἀκριβῶς τῶν ἱστορικῶν συνθηκῶν καὶ συμπτώσεων νὰ εἰσχωρήσει καὶ νὰ συμμετάσχει σὲ μιὰ μετα-χρονικὴ καὶ μετα-χωρικὴ ἐσχατολογικὴ ἱεραρχικὴ κλίμακα καὶ νὰ ἐπιτελέσει μιὰ εἰδικὴ προσωπικὴ λειτουργία, νὰ συμβάλει μὲ ἕναν εἰδικὸ προσωπικὸ τρόπο στὴν κοινωνία τῆς χάριτος, στὴν κοινωνία τῶν ἁγίων. Ἡ ἀγάπη καλεῖ ὅλους καὶ ὅλα στὴ θέωση· καὶ  μέσα στὴν ἐσχατολογικὴ χορωδία τῆς θεούμενης κτίσεως, μὲ ἄξονα καὶ κέντρο τὸν χορωδὸ Χριστὸ καὶ μαζὶ μ’ αὐτὸν τοὺς χοροὺς τῶν Ἁγίων, ἡ κάθε φωνὴ βρίσκει τὴ δική της μοναδικὴ καὶ προσωπικὴ λειτουργικότητα, καλύπτοντας τὶς ἀδυναμίες καὶ τὶς παραφωνίες τῶν πλησίον, καὶ προσθέτοντας ἕνα ἁπολύτως ξεχωριστὸ στοιχεῖο πλούτου καὶ κάλλους στὴ δόξα τοῦ κόσμου.

 

Σ’ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ τῆς κοινῆς δι’ ἀλλήλων πορείας πρὸς τὴν μετάνοια καὶ τὴν θέωση τὸ κὰθε σφάλμα, ἀκόμα καὶ τὸ κὰθε ἔγκλημα, ἀκόμα καὶ τὸ ἔγκλημα ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ καὶ τῆς ἐκκλησίας Του, μπορεῖ νὰ συγχωρεθεῖ καὶ – πολὺ περισσότερο – κατὰ κάποιο τρόπο νὰ δικαιωθεῖ ὡς βῆμα τελικῶς ὠφέλιμο στὴν πορεία ἀπὸ τὸν χωρισμὸ πρὸς τὴν ἑνότητα τῶν πάντων, ἀπὸ τὴ διασπασμένη στὴν ἑνωμένη κτίση. Σ’ αὐτὴν τὴν πορεία δικαιώσεως καὶ θεώσεως, τὸ κάθε τὶ ποὺ παρήχθη καὶ προέκυψε ἀπὸ εἰλικρινὴ διάθεση προσφορᾶς καὶ ἀπὸ αὐθεντικὴ ἀγωνία καὶ ἀναζήτηση – ἀκόμα καὶ ἂν παρήχθη καὶ προέκυψε στὸ πλαίσιο καθολικῆς συγχύσεως καὶ ἁμαρτίας – βαπτιζόμενο ἐν Πνεύματι, ἐνσωματοῦται τελικῶς καὶ συνάπτεται στὸ σῶμα τῆς θεούμενης κτίσεως.

 

Σ’ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ οἱ ἁμαρτίες τῶν γονέων παιδεύουσι τὰ τέκνα ὄχι ὡς καταναγκαστικὴ συνέπεια τῶν ἐπιβεβλημένων φυσικῶν σχέσεων καὶ τῆς φυσικῆς ἀλληλουχίας τῶν γεγονότων ὡς αἰτίων καὶ αἰτιατῶν. Σ’ αὐτὴν τὴν προοπτικὴ τὰ τέκνα καὶ τὰ τέκνα τους καὶ τὰ τέκνα τῶν τέκνων τους μποροῦν πλέον ἐλευθέρως καὶ αὐτοβούλως νὰ ἄρουν τὴν ἁμαρτία τῶν γονέων τους καὶ τῶν γονέων τῶν γονέων τους, καὶ νὰ καταστήσουν τὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη τους σὲ μετοχὴ στὸν πόνο καὶ τὴ θλίψη τοῦ ἐσταυρωμένου Χριστοῦ, καὶ νὰ μετασχηματίσουν τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας σὲ προσφορὰ μετανοίας καὶ μεταμορφώσεως καὶ ἀλλαγῆς καὶ προσαγωγῆς τῶν ἐκ παλαιῶν καιρῶν κεχωρισμένων εἰς τὸ διαρκὲς ἓν καὶ ἑνιαῖον τῆς ἐκκλησίας.

 

Ἰδίως ὅσοι εἴμαστε μέλη τῆς ἐκκλησίας καλούμαστε νὰ διακρίνουμε μέσα απὸ τὰ παρόντα ἱστορικὰ γεγονότα αὐτὸ ἀκριβῶς τὸ μυστήριο τῆς ἀγάπης· τὸ μυστήριο δηλαδὴ τῆς ἐν Πνεύματι παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στὴν προοπτικὴ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως.

 

* * *

 

Οἱ σκέψεις αὐτὲς τοποθετοῦνται σὲ συγκεκριμένο ἱστορικὸ χῶρο καὶ χρόνο καὶ διατυπώνονται τὴν ὥρα ποὺ ὁ Σερβικὸς λαὸς δοκιμάζεται ἀντιμέτωπος μὲ τὸ σύνολο σχεδὸν τῆς λεγόμενης «διεθνοῦς κοινότητας», τὴν ὥρα ποὺ ἡ ὀρθοδοξία, χωρὶς πλήρη αὐτοσυνειδησία, χωρισμένη στὶς ἐπιμέρους ἐλληλοϋποβλεπόμενες ἐθνικὲς ἐκκλησίες, διασπασμένη καὶ στιγματισμένη ἀπὸ διάφορες ἔριδες, καλεῖται νὰ ἀναμετρηθεῖ μὲ τὴ διπλὴ ἀπειλὴ τῶν ἑτεροδόξων χριστιανῶν καὶ τῶν ἑτεροθρήσκων μουσουλμάνων, τὴν ὥρα ποὺ η ἐπίσημη Ἑλλάδα, πνιγμένη σὲ μιὰ κουταλιὰ Μακεδονικοῦ, στέκεται ἀμήχανη καὶ ἐμφανῶς ἀνίκανη νὰ ἀναλάβει τὶς ἱστορικές της εὐθύνες. 

 

Ὅλοι μας αναζητοῦμε τὰ κριτήρα γιὰ νὰ προσδιορίσουμε τὴ στάση μας, ἀλλὰ οἱ δυσκολίες εἶναι μεγάλες. Δύο εἶναι νομίζω τα βασικὰ θέματα ποὺ πρέπει νὰ ἐξεταστοῦν. 

 

Κατ’ ἀρχὰς ὁ εὔκολος δρόμος εἶναι νὰ τοποθετηθοῦμε ἰδεολογικὰ σὲ ἕνα ἀπὸ τὰ ἀντιμαχόμενα στρατόπεδα, πρᾶγμα ποὺ εἶναι ἄλλωστε ἀναπόφευκτο. Σύσσωμη ἡ Ἑλλάδα, ὀρθόδοξη καὶ μὴ (πλὴν ἐλαχίστων διανοουμένων), ἔχει ἤδη συμπαραταχθεῖ μὲ τὴ Σερβία, κατευθυνόμενη μὲ τρόπο πραγματικὰ θαυμαστὸ ἀπὸ ἕνα ἰσχυρὸ ἔνστικτο. Γιὰ τὴν ἐκκλησία ὅμως τὸ πρόβλημα παραμένει. Ὁ σκοπὸς ἁγιάζει τὰ μέσα; Μπορεῖ μιὰ μισαλλόδοξη ἀντιμετώπιση τοῦ κακοῦ νὰ ὁδηγεῖ σὲ καλό; Καὶ πῶς μπορεῖ μιὰ ἀναπόφευκτη βίαια ἀναμέτρηση μὲ τὸ κακὸ νὰ μὴν εἶναι μισαλλόδοξη; Ποιὰ μπορεῖ νὰ εἶναι σήμερα ἡ ἔκφραση τῆς ἀγάπης μας πρὸς τοὺς ἐχθροὺς ἡμῶν; 

 

Εἶναι εὔκολο νὰ ξεχωρίσουμε τοὺς ἐχθρούς μας (ὁ Πάπας, ἡ Οὐνία, οἱ Δυτικοί, οἱ Τοῦρκοι). Ἀλλὰ τότε αὐτοκαταδικαζόμαστε σὲ μιὰ ἐγωστρεφὴ ἄμυνα, ἐντελῶς ξένη πρὸς τὴν οἰκουμενικὴ ἀγκαλιὰ τῆς ἐκκλησίας. Ὑπερασπιζόμαστε τοὺς οἰκειακοὺς ἡμῶν, ἀλλὰ ὄχι τὸ χριστιανικὸ εὐαγγέλιο. Πολλοὶ μιλοῦν γιὰ ἕνα «ὀρθόδοξο τόξο» στὰ Βαλκάνια, ἀλλὰ εἶναι φανερὸ ὅτι γιὰ τοὺς περισσότερους τὸ ὀρθόδοξο αὐτὸ τόξου ἀποτελεῖ ἕνα ἁπλὸ μέσον γιὰ ἕναν ἄλλο σκοπό, ἐνδεχομένως δίκαιο, ἀλλὰ πάντως ἐξωεκκλησιαστικό.

 

Κι ἐδῶ τίθεται τὸ δεύτερο ζήτημα. Ποιὰ εἶναι ἡ σχέση ἐκκλησίας καὶ ἱστορίας; Τὰ ἱστορικὰ δεδομένα ἀποτελοῦν ἐκδήλωση μιᾶς συνεχοῦς, ἀδιαίρετης ἀλλὰ καὶ ἀσύγχυτης ἀλληλοπεριχώρησης τῶν ἀνθρωπίνων πολιτιστικῶν μεγεθῶν καὶ ἐνεργειῶν μὲ τὴ συνεχὴ παρουσία καὶ τὶς ἐνέργειες τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Πῶς πρέπει νὰ κατανοήσουμε αὐτὴν τὴν ἀλληλοπεριχώρηση καὶ πῶς πρέπει νὰ σταθοῦμε; Ταυτίζεται ἡ ἐκκλησία μὲ μιὰ ὁποιαδήποτε ὑπεράσπιση τῶν πολιτιστικὰ ὀρθοδόξων πληθυσμῶν καὶ τῆς ἐθνικοθρησκευτικῆς παράδοσής τους; Κι ἂν ὄχι, τότε ποιὰ εἶναι ἡ σχέση τῶν ἐνεργειῶν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μὲ τὴν μακραίωνη ἀντιπαράθεση ἢ συνήπαρξη τῶν διιστορικῶν ρευμάτων, τῶν πολιτιστικῶν συγκροτημάτων, τῶν φυλῶν καὶ τῶν ἐθνικῶν καὶ θρησκευτικῶν παραδόσεων ποὺ συνθέτουν τὴν πολιτιστικὴ ἱστορία τοῦ κόσμου; 

 

Νομίζω ὅτι πάνω σ’ ἕναν τέτοιον καμβὰ θά πρέπει να συνεχίσουμε ἀπὸ κοινοῦ τὴν «ἀναζήτηση ἐκκλησιαστικῶν κριτηρίων γιὰ τὶς ἐπερχόμενες ἀναμετρήσεις».

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s