Τα αίτια της ακμής της Ελληνικής θεολογίας του 1960


Εικόνα

Τριαντάφυλλος Σερμέτης

 

Προτού γίνει αναλυτική εξέταση των ιδεών, των τάσεων, των ρευμάτων και των κατευθύνσεων που επικράτησαν στη νεοελληνική Ορθόδοξη θεολογική σκέψη της δεκαετίας του 1960 και οδήγησαν το θεολογικό χώρο σε μια ακμή και άνθιση , κρίνεται σκόπιμο ν’ αναφερθούν οι λόγοι και οι αιτίες που προκάλεσαν αυτή την αλλαγή. Είναι σημαντική προϋπόθεση, να κατανοηθούν οι τρόποι με τους οποίους, πραγματοποιήθηκε αυτή η ακμή, αλλά και γιατί σημειώθηκε αυτή η μεταστροφή στην ελλαδική θεολογία.

Πρώτα από όλα θεωρείται, ότι ένας σημαντικός παράγοντας για την μετέπειτα εξέλιξη της θεολογικής σκέψης στην Ελλάδα, ήταν ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος και οι συνέπειές του. Πάντοτε οι πόλεμοι δημιουργούν στους ανθρώπους ανασφάλειες, καθώς έρχονται αντιμέτωποι με το θάνατο, την πείνα, την ανέχεια και την καταστροφή. Οι άνθρωποι βλέπουν ζοφερό το μέλλον της ανθρωπότητας και γι’ αυτό το λόγο επανακαθορίζουν τη σχέση τους με τον κόσμο, αναζητούν το λόγο της ύπαρξης τους, τον προορισμό αυτής και τον σκοπό της. Επίσης, δεν πρέπει να παραθεωρείται το γεγονός, ότι την εποχή του πολέμου και μετά από αυτόν υπήρξε μια βαθύτατη κρίση του επιστημονικού θετικισμού και του ορθολογισμού της δυτικής σκέψης. Άλλωστε αυτός ο τρόπος σκέψης ήταν ένας από τους λόγους που προκάλεσε τους δύο παγκόσμιους πολέμους στις απαρχές και τα μέσα του περασμένου αιώνα. Βέβαια, υπήρχαν και άλλοι ποικίλλοι λόγοι και κοινωνικές λειτουργίες που επέδρασαν καθοριστικά στο αποτέλεσμα αυτό. Λογικό, λοιπόν, ήταν να διαψευσθούν οι προσδοκίες της δυτικής σκέψης. Φυσική συνέπεια ήταν η στροφή στην αναζήτηση κάποιων αποφατικών και μεταφυσικών θεωριών, στηριγμένες σε βάσεις οι οποίες υπήρχαν ήδη μέσα στην παράδοση.

Ακόμη, μεγάλο ρόλο στην θεολογική μεταστροφή της δεκαετίας του 1960 διαδραμάτισαν οι Ρώσοι θεολόγοι της διασποράς. Οι θεολόγοι αυτοί, καθώς βρέθηκαν μέσα στο δυτικό κόσμο άρχισαν ν’ αναζητούν μια νέα θεολογική σύνθεση για να αντιμετωπίσουν και να αντικρούσουν τις δυσκολίες της εποχής τους. Έτσι επιδόθηκαν στη μελέτη των πατερικών κειμένων, προσπαθώντας να διατηρήσουν την επαφή με την ανατολή, ώστε μ’ αυτό τον τρόπο να αυτοπροσδιοριστούν μέσα στα πλαίσια του. Ο π. G. Florovsky πρώτος από όλους μίλησε για την ανάγκη μιας νέας θεολογίας, η οποία θα βασίζεται στους πατέρες.[1] Αυτό δεν σημαίνει -κατά τον Florovsky- ότι πρέπει να γίνει επιστροφή στο γράμμα των πατερικών κειμένων, αλλά να υπάρξει μια ανάπτυξη της μελέτης των σύγχρονων με βάση την πατερική διδασκαλία, «ομοιογενής και ομοίου επιπέδου πνεύματος»[2]. Έχουν προηγηθεί οι εκκλησιολογικές μελέτες του Florovsky. Επίσης, οι μελέτες του Meyendorff, ο οποίος ασχολήθηκε με τις παλαμικές σπουδές. Από τους Ρώσους θεολόγους, παρακινήθηκαν να στραφούν προς τη μελέτη πατερικών κειμένων και πολλοί κορυφαίοι ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, όπως οLubac, ο Balthasar, ο Danielou, oDalmais κ.α. Η μελέτη που θεωρείται , ότι έφερε ριζικές αλλαγές στη θεολογία είναι η «Μυστική Θεολογία της Ανατολικής Εκκλησίας» του Vladimir Lossky. Άλλοι Ρώσοι θεολόγοι ή φιλόσοφοι που διαδραμάτισαν σπουδαίο ρόλο στη μεταστροφή της θεολογίας στην Ευρώπη, υπήρξαν ο Afanassieff, ο Berdiayeff, ο Uspensky κ.α. Ιδρύθηκαν πανεπιστημιακές έδρες για την σπουδή της Ορθόδοξης θεολογίας, του βυζαντινού πνεύματος και του πνεύματος των ελλήνων πατέρων. Εξέδωσαν εξειδικευμένα περιοδικά και μελετήματα, ανακαλύφθηκε η μυσταγωγία της Ορθόδοξης λατρείας και η μαρτυρία του ανατολικού μοναχισμού. Κυρίως, εγκαταστάθηκαν στο Παρίσι, όπου δημιούργησαν την σχολή του Αγίου Σεργίου, σχολή που έγινε το κέντρο των μελετών της πατερικής διδασκαλίας.

Μέσα σ’ αυτό το κλίμα που επικρατούσε στην Ευρώπη, προερχόμενο από τους Ρώσους θεολόγους της εποχής, δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη και η ελληνική θεολογία. Όλα τα ρεύματα που επικρατούν κατά καιρούς στη δύση, εισάγονται κατόπιν με καθυστέρηση και στην πατρίδα μας με κάπως αλλοιωμένο πολλές φορές το περιεχόμενό τους. Νέοι Έλληνες θεολόγοι, με ανησυχίες, στράφηκαν προς τη δύση για να γνωρίσουν τα νέα ρεύματα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο π. Ι. Ρωμανίδης που υπήρξε μαθητής του Florovsky και είχε συνεργαστεί με τους Ρώσους θεολόγους της σχολής του Αγίου Βλαδίμηρου στη Νέα Υόρκη. Επίσης, ο Π. Χρήστου, που έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αμερική και επηρεάστηκε και αυτός, ο π. Ι. Ζηζιούλας κ.α. Όλοι αυτοί άρχισαν να μετακενώνουν τη νέα θεολογική σύνθεση στον ελληνικό χώρο, δηλαδή τις σπουδές στους έλληνες πατέρες και τα ιδεώδη του μοναχισμού, κυρίως όπως αυτός εκφράστηκε στο Άγιο Όρος. Η ροπή προς τη μελέτη των πατέρων της Εκκλησίας , από τους Έλληνες θεολόγους, και ο θαυμασμός της επανανακάλυψής τους , ήταν τέτοιος, ώστε φτάνουν σε σημείο να υποστηρίζουν, ότι η Εκκλησία, ως ένα αδιάκοπα παρόν γεγονός, έχει αναμφισβήτητα την προτεραιότητα, από κάθε γραπτή αντικειμενική

 

διατύπωση της Αλήθειας[3].

Οι θρησκευτικές οργανώσεις, επίσης συνέβαλαν στη μεταστροφή της ελληνικής Ορθόδοξης θεολογίας. Διαδραμάτισαν, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς, καταλυτικό ρόλο στις εξελίξεις της εποχής εκείνης και τη σοβαρότερη αιτία , στο να υπάρξει έκρηξη αλλαγής των τάσεων που επικρατούσαν ως τότε. Παρακάτω, θα διευκρινιστεί το οξύμωρο του σχήματος, αφού πρώτα αναφερθεί το ύφος των οργανώσεων αυτών, για να κατανοηθούν ακριβώς οι λόγοι που οδήγησαν στην αλλαγή της δεκαετίας του 1960.

Η θρησκευτική οργάνωση που γνώρισε την πιο εντυπωσιακή άνθηση στην Ελλάδα , ήταν η «Αδελφότης Θεολόγων η Ζωή». Ξεκίνησε το 1907 με την συσπείρωση μιας μικρής ομάδας θεολόγων και κληρικών με ιδρυτή τον Ευσέβιο Ματθόπουλο. Μέσα σε σαράντα χρόνια εξελίχθηκε σε ένα ευρύτατο θρησκευτικό κίνημα με απρόσμενες πολιτικές και κοινωνικές διαστάσεις. Με αυστηρή μεθόδευση κεντρικού ελέγχου, κατάφερε να στρατεύσει μεγάλο αριθμό μελών. Οι δομές της οργάνωσης ήταν ολοκληρωτικές και το κύριο χαρακτηριστικό τους ήταν η αυστηρή πειθαρχία . Στη δεκαετία του 1950 η οργάνωση έφτασε στο απόγειο της δύναμής της με αρχηγό τον Σεραφείμ Παπακώστα . Είχε αναπτυχθεί

σε ένα πολυσχιδές κίνημα με προεκτάσεις κοινωνικές και με σημεία αναφοράς την πολιτιστική αναγέννηση της Ελλάδας. «Τα Συνεργαζόμενα Χριστιανικά Σωματεία θα είναι μια δύναμις πνευματική πολύ υπολογίσιμος. Μια δύναμις που θα συμβάλη και εις την εξυγίανσιν της πολιτικής ζωής της χώρας. Δεν πρόκειται να πολιτευθούν τα Σωματεία . Αλλά ο διαφωτισμός και η πνευματική καλλιέργεια, η οποία γίνεται εις τα μέλη των Σωματείων, συντελεί ώστε να εξυγιαίνεται το πολιτικόν φρόνημα του λαού»[4]. Κατά τη διάρκεια, όμως, της δεκαετίας του 1950 και μετά το θάνατο του Παπακώστα το 1954 άρχισαν μέσα στην οργάνωση να υπάρχουν έριδες για το ποιος θα αναλάβει τα ηνία της. Ο Παπακώστας είχε ορίσει ως διάδοχό του τον π. Ηλία Μαστρογιαννόπουλο[5], όμως οι «γέροντες» της οργάνωσης απέκρυψαν το γεγονός αυτό[6]. Ωστόσο το μυστικό της απόκρυψης της διαθήκης δεν άργησε να ‘ρθει στο φως και ένας διχασμός άρχισε να σπαράζει εσωτερικά την αδελφότητα. Οι προσωπικές φιλοδοξίες, πικρίες και μικρότητες περιβλήθηκαν τον ιδεολογικό μανδύα της αντιπαράθεσης «συντηρητικών» και «προοδευτικών» και έτσι άρχισε ο διχασμός. Μετά από διάφορα γεγονότα, έγινε η οριστική διάσπαση της οργάνωσης, τον Απρίλιο του 1960 και δημιουργήθηκε η οργάνωση «Σωτήρ»[7]. Με τη διάσπαση αυτή της «Ζωής» πολλά μέλη της απομακρύνθηκαν και άρχισαν να αναζητούν γνησιότερες μορφές εκκλησιαστικής και θεολογικής πνευματικότητας. Κατά αυτόν τον τρόπο λοιπόν, απελευθερώθηκαν δυνάμεις μέσα από την οργάνωση που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη δεκαετία του 1960. Έτσι η οργάνωση μέσα ίσως από την ιστορική ολοκλήρωση του κύκλου της, έγινε η αιτία, αλλά και το εφαλτήριο μιας ριζικής αλλαγής στην ελληνική Ορθόδοξη θεολογία. Πολλά πρόσωπα που ως τότε ανήκαν στις τάξεις της και είχαν διαμορφωθεί με συγκεκριμένες ιδεολογικές κατευθύνσεις και συγκεκριμένους τρόπους συμπεριφοράς, άρχισαν να αναζητούν γνησιότερες μορφές θεολογίας.

Με όσα αναφέρθηκαν παραπάνω, παρουσιάστηκε η ιστορική θεώρηση της θρησκευτικής οργάνωσης «Ζωής». Παρακάτω θα εξεταστεί το θέμα αυτό λίγο πιο σύνθετα. Το αίτιο ίδρυσης της «Ζωής» ήταν – κατά τον Γουσίδη- η εμφάνιση αισθημάτων ηθικής στέρησης.[8]Το χαρακτηριστικό αυτό , όμως, διαρκεί περίπου μια γενιά. Λόγω, όμως, των δύο παγκόσμιων πολέμων ανανεώθηκαν αυτά τα αισθήματα στέρησης. Η διάψευση των ελπίδων από το νέο αυτό πολιτισμό της επιστήμης και της τεχνολογίας, οδήγησε τη θρησκευτική οργάνωση στο σύνθημα για επιστροφή στη θρησκεία του Χριστού. Μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, η οργάνωση γνώρισε πρωτοφανή προσέλευση μελών, ένα φαινόμενο που όμοιό του δεν είχε ξαναπαρουσιαστεί. Το 1960, όμως, τα δεδομένα της κοινωνίας είχαν αλλάξει. Μετά από τις καταστροφές που προκάλεσε ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος, η καινούργια κοινωνία που δημιουργήθηκε ήταν υλική. Έτσι δημιουργήθηκε μια διάσταση ανάμεσα στον ηθικό ευσεβισμό και στη νέα κοινωνία. Μ’ αυτό τον τρόπο δημιουργήθηκε η μείωση της ηθικής στέρησης. Ο χριστοκεντρικός ηθικισμός της οργάνωσης δεν επαρκούσε. Χρειαζόταν το σύνολο της αλήθειας της Εκκλησίας για να αντιπαρατεθεί με αξιώσεις στη νέα κοινωνία. Η Ορθόδοξη θεολογία δεν έγινε δεκτή από τα ιδρυτικά μέλη της «Ζωής». Αυτό προκάλεσε τη διάσπαση.[9]Έτσι πολλά μέλη της έφυγαν από την οργάνωση και ακολούθησαν άλλους δρόμους. Κατά αυτό τον τρόπο , δημιουργήθηκαν καινούργια ρεύματα στην Ορθόδοξη θεολογία της δεκαετίας του 1960, οπότε έμελλε να αλλάξει ριζικά το τοπίο στην ελλαδική θεολογία.

Επίσης, σε διεθνές επίπεδο, κυρίως στο κοινωνικοπολιτικό πεδίο, παρατηρείται μια γενικότερη ύφεση στο ψυχροπολεμικό περιβάλλον από τις δύο υπερδυνάμεις των Η.Π.Α και ΕΣΣΔ. Αυτό το γεγονός δημιουργεί ένα ευνοϊκό περιβάλλον συνεννόησης σ’ όλα τα επίπεδα. Η θεολογία δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη. Οι χριστιανικές παραδόσεις προσπαθούν να βρουν ένα σημείο συνάντησης στα πλαίσια της οικουμενικής κίνησης. Η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία με τη Β’ Βατικάνεια Σύνοδο ανανεώνεται, κυρίως στα λατρευτικά στοιχεία, με σαφή στόχο να πλησιάσει περισσότερο την κοινωνία. Δημιουργήθηκε, λοιπόν, η ανάγκη η Ορθόδοξη θεολογία να αυτοπροσδιοριστεί απέναντι σ’ αυτές τις σπουδαίες αλλαγές που συντελούνταν σε διεθνές επίπεδο. Πέρα από αυτό μια μερίδα θεολόγων[10], στράφηκε με περισσότερο ζήλο προς την Ορθόδοξη ανατολική παράδοση.

 

Σημειώσεις

 

[1] Π. G. Florovsky, «Πατερικές σπουδές και σύγχρονη θεολογία», Συνέδριο ορθοδόξου θεολογίας, Αθήνα 1936.

[2] Το ίδιο .

[3] Χ . Γιανναρά, «Η ελευθερία του ήθους», Αθήνα 1970, σελ. 41.

[4] Πρακτικά ΚΓ΄ Συνελεύσεως της Αδελφότητας Ζωή, 1951, σελ. 340

[5] Χ. Γιανναράς, «Καταφύγιο Ιδεών», Αθήνα 1987, σελ. 199-255.

[6] Ο.π 199-255.

[7] Το ίδιο.

[8] «Η ηθική στέρηση αναφέρεται σε αξιολογική σύγκρουση ανάμεσα στα ιδανικά της κοινωνίας και εκείνα των ατόμων και των ομάδων, σύγκρουση που ν’ απαγορεύει στα άτομα και τις ομάδες να ζουν σύμφωνα με τις αντιλήψεις τους». Βλ. Α. Γουσίδη, «Οι χριστιανικές οργανώσεις» , σελ. 41, Θεσσαλονίκη 1993, παραπομπή στους Ch. Y. Glock and A. Stark, σελ. 247-248.

[9] Α. Γουσίδη, «Χριστιανικές οργανώσεις» , σελ. 125-126.

[10] Χαρακτηριστικές είναι οι περιπτώσεις του Δ. Κουτρουμπή που διαδραμάτισε σπουδαίο ρόλο στις κυοφορούσες ιδέες του καιρού του, καθώς επίσης του Π. Νέλλα του Β. Γοντικάκη και άλλων που επανεκτίμησαν την ασκητική πνευματικότητα του Αγίου Όρους.

 

πηγή: blogs.sch.gr/tsermet/2014/01/06/τα-αιτια-τησ-ακμησ-τησ-ελληνικησ-θεολο/#.UzXqFseiw2Q

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s